Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Σε αυτόματη γραφή περί ταυτοτήτων.

Πρώτη Δημοσίευση: 2-6-2000, Εφημερίδα ΠΡΩΤΗ ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ, Αίγιο.

Οι σκέψεις σε πρώτο πρόσωπο μιας και ο λόγος γίνεται για προσωπικά δεδομένα και οι ερωτήσεις πολλές. Γιατί τώρα; Γιατί με αυτό τον τρόπο; Υπάρχει κάποιος κατάλογος προτεραιοτήτων για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη και η κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος ανήκει στην κατηγορία της αμέσου προτεραιότητας;
Υπάρχει αφέλεια ή πολιτική σκοπιμότητα; Και τι να διαλέξει κανείς την αφέλεια ή την σκοπιμότητα; Αν είναι πράξη αφέλειας ανησυχώ εφ΄ όλης της ύλης για το μέλλον του τόπου μου και για τον δρόμο που οδηγούμαστε. Αν είναι πράξη πολιτικής σκοπιμότητας ποιοι κινούν τα νήματα; Ποιών μαριονέτα είμαστε; Και σε ποιόν μύλο ρίχνουμε νερό;
Το προσωπικό συναίσθημα είναι ταυτόσημο με κείνο όταν επιβλήθηκε το μονοτονικό σύστημα στο όνομα της απλούστευσης της ζωής του μαθητή και της χρήσης του γραπτού λόγου φτωχαίνοντας ένα κομμάτι γραπτής επικοινωνίας (κι αυτό θέμα που αναφέρθηκε τότε ως «άνευ σημασίας») τις συνέπειες του οποίου αντιληφθήκαμε μερικά χρόνια αργότερα, ενώ ταυτοχρόνως υποβιβάστηκε το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών και μειώθηκε από πρωτεύον και πρωταρχικής σημασίας σε απλή εξεταστέα ύλη.
Τότε κάποιοι ένοιωσαν ότι κόβεται βίαια ο ομφάλιος λώρος και η πρόσβαση των νεώτερων γενιών στα αρχαία κείμενα και την ερμηνεία των ηθικών αξιών και μηνυμάτων τους. Το ίδιο συναίσθημα και τώρα, στο όνομα της απλούστευσης και της προστασίας προσωπικών δεδομένων, η κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος αναφέρεται ως θέμα άνευ σημασίας, επιχειρείται η μετατροπή της Εκκλησίας σε ένα είδος πολιτιστικού σωματείου με μια κάποια γραφικότητα που πρέπει να έχει περιορισμένο λόγο και αυτοκατανάλωση στο εσωτερικό της. Μετατρέπεται δηλαδή σε ένα
club απόψεων κάποιων «λίγων» (λίγων;;;). Δηλαδή μέχρι τώρα είχαμε καταλάβει λάθος ότι η Ελλάδα ως έθνος στηρίζεται γερά σε δύο πόδια από όπου αντλεί την ταυτότητά της. Πρέπει να γράψουμε λάθος για ότι μας έμαθαν για το δίπτυχο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η Ελλάδα και πορεύτηκε σε δύσκολους καιρούς. Μιλάω για το δίπτυχο αρχαία Ελλάδα – Ορθοδοξία. Αρχαία Ελλάδα – Ορθοδοξία, πεδία αλληλοσυγκρουόμενα πολλές φορές από την σύγκρουση των οποίων προέκυπτε πάντα μια αρμονία αλλά και η πολυπλοκότητα της προσωπικότητας του Έλληνα που τον βοήθησε να ισορροπήσει σε πολλές καταστάσεις και να αντλήσει θέση, λόγο και ύπαρξη. Δηλαδή όταν κάτι μας φαίνεται άχρηστο πλέον η λογική του «πονάει κεφάλι κόβει κεφάλι» δεν φαίνεται σ΄ αυτή την χρονική στιγμή όχι μόνον ανεπαρκής αλλά και επιζήμια; Και τι άλλο θα βάλουμε στη θέση αυτού που αφαιρούμε με τόση ευκολία στο όνομα της απλούστευσης και της πρακτικότητας. Είμαστε έτοιμοι ως έθνος να προχωρήσουμε χωρίς αυτά που μας στήριξαν για τόσο πολύ καιρό; Και από πού θα βρούμε τον μπούσουλα που χρειαζόμαστε για το τι είναι ουσιαστικό και τι δεν είναι; (εμείς οι τελικοί αποδέκτες οι πολίτες, γιατί οι εκπρόσωποί μας φαίνεται ότι αυτά τα έχουν ξεκαθαρίσει). Διανύουμε μια εποχή που αναζητούνται οράματα και εμπνευσμένοι πολιτικοί και πολιτικές που στοχεύουν στον πολίτη. Αναζητούνται λέω και εννοώ από μας που είμαστε τελικοί αποδέκτες γιατί οι άλλοι «οι μεγάλοι» έχουν συγκεκριμένες απόψεις για γενικεύσεις, παγκοσμιοποιήσεις, μεγάλα σχήματα και ενιαίες πολιτικές. Που καιρός για μειοψηφίες (αν θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μειοψηφίες), ιδιαιτερότητες. Και φυσικά όταν έχεις αποφασίσει συγκεκριμένα πράγματα εκ των προτέρων, το να έχεις απέναντί σου ένα δυνατό λόγο (αυτόν της Εκκλησίας δια των εκπροσώπων της) είναι ενοχλητικό και μάλιστα όταν ο κόσμος κάθεται και την ακούει γιατί έχει πρόσβαση στο συναίσθημα, την Ελπίδα του ανθρώπου με ένα τρόπο αρχετυπικό, με μια εμπιστοσύνη που έχασαν οι πολιτικοί και οι πολιτικές. Τι κάνει λοιπόν σ΄ αυτή την περίπτωση η πολιτική εξουσία; Απλώς ξεκινάει μια διαδικασία αποδυνάμωσης, αφήνοντας άναυδο ένα μεγάλο μέρος κόσμου, κάνοντάς το να νοιώθει τύψεις γι΄ αυτό που μέχρι τώρα έχει συνηθίσει να δηλώνει με υπερηφάνεια και χαράζει αυταρχικά με κιμωλία τον κύκλο της εξουσίας γύρω από τον εαυτό της και αποφασίζει ποιοι θα είναι μέσα και ποιοι έξω κατατάσσοντας τους απέξω στο περιθώριο.
Γιατί ενοχλεί ο λόγος της Εκκλησίας; Γιατί είναι πολιτικός; Και από πότε πολιτικός και κοινωνικός λόγος διαχωρίστηκαν; Και ποια πράξη πολιτική δεν είναι εν τέλει κοινωνική (και το αντίστροφο). Εν τέλει ποιοι είναι το περιθώριο; Αυτοί που είναι μέσα στον κύκλο ή οι έξω απ΄ αυτόν; Αυτοί που θέλουν διάλογο για το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος ή αυτοί που τον αρνούνται και αναλαμβάνουν να μας θεραπεύσουν από τα «κακά του παρελθόντος» (βλέπε ρόλο της Εκκλησίας) χωρίς να μας ρωτάνε τι θεωρούμε κακό και τι όχι; Αυτοί που προτείνουν εναλλακτικούς τρόπους θεραπείας μέσω του διαλόγου ή αυτοί που προτείνουν το χειρουργείο; Αυτοί που θέλουν με την ταυτότητά τους να δηλώνουν πού γεννήθηκαν και σε τι Θεό πιστεύουν χωρίς να αφαιρούν από κανέναν το δικαίωμα να μην το δηλώνει ή αυτοί που λένε δεν μας ενδιαφέρει ποιος είσαι και σε τι Θεό πιστεύεις;

Δεν υπάρχουν σχόλια: